🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μαντρόσκυλος
μαντρόσκυλ|ος
ο 1)
овчарка
;
2) бран.
собака
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
овчарка
? —
μαντρόσκυλος
как на
(ново)греческом
будет слово
собака
? —
μαντρόσκυλος
как с
(ново)греческого
переводится слово
μαντρόσκυλος
? — овчарка, собака
#
(ново)греческий словарь
—
ομοιοπαθητικός
—
αλατοπωλείο
—
μικρομεγάλη
—
μαλλί
—
μεταξάδικο
—
κενότητα
—
αζόριστος
—
γαλακτοσάκχαρο
—
δεκαεπταετής
—
μανίζω
—
μικροπράμα
—
υποθετικός
—
διόρθωμα
—
αδικιάρισσα
—
σαρακοστιάτικος
—
ανθρωπάκι
—
επιγραμματικός
—
επωμίδα
—
συγκαιρινός
—
ουδετεροποίηση
—
ομματοϋάλια
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω