🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
υδροπότις
υδροπότις
(-ιδος) η 1)
водохлёбка
;
2)
трезвенница
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
водохлёбка
? —
υδροπότις
как на
(ново)греческом
будет слово
трезвенница
? —
υδροπότις
как с
(ново)греческого
переводится слово
υδροπότις
? — водохлёбка, трезвенница
#
(ново)греческий словарь
—
φίλδισι
—
εμβρυογονία
—
χηρειά
—
αξιολύπητος
—
ρητινόλασπη
—
αγαλματόλιθος
—
βεργούλα
—
χαλκόχροια
—
καλαμωτή
—
αποβορβόρωση
—
μπριάνι
—
χρωμολιθογραφικός
—
αμανδάλωτος
—
αλμευση
—
δαιμονισμένος
—
τηλεβόλο
—
κωλοσούσα
—
μουχλιάζω
—
κετόνες
—
σεναριογραφία
—
χιονιστής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω