🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ακτινικός
ακτινικός
лучевой
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
лучевой
? —
ακτινικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
ακτινικός
? — лучевой
#
(ново)греческий словарь
—
κεράτια
—
πέδηση
—
ευμέλεια
—
πιστομητός
—
τελωνοφυλακή
—
κακόμορφος
—
ψυχανώμαλος
—
αστροφωτόμετρο
—
αποστείρωση
—
φλογοβόλος
—
αμφότεροι
—
ασβεστού
—
ευθυωρία
—
υπογάστριο
—
μεσοφωνία
—
σιδηροβιομήχανος
—
πολυπροσωπία
—
χοχλακίζω
—
οστεώδης
—
καταιγίδα
—
δευτεριάτικα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω