🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
προσεπιμέτρηση
προσεπιμέτρηση
η юр.
определение
(меры наказания)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
определение
? —
προσεπιμέτρηση
как с
(ново)греческого
переводится слово
προσεπιμέτρηση
? — определение
#
(ново)греческий словарь
—
παπαριά
—
βούργια
—
χρηματοδότηση
—
κολυμβώ
—
ηλεκτραρνητικότητα
—
παλιοκοινωνία
—
παραγκώνιση
—
τούρτα
—
αναπαλλοτρίωτος
—
αντίπροχθες
—
γρατσούνα
—
αντλιοστάσιο
—
δίμηνο
—
τέσσερα
—
αρμοσφίγκτης
—
κατευόδωση
—
παθητικότητα
—
φρέαρ
—
λιπώδης
—
εσοχος
—
τρισχιδής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω