🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αιθύλιο
αιθύλιο
το хим.
этил
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
этил
? —
αιθύλιο
как с
(ново)греческого
переводится слово
αιθύλιο
? — этил
#
(ново)греческий словарь
—
ψευτόσουπα
—
ξεβουλλώνω
—
νυχιάζω
—
αρρωστώ
—
ξερόμαντρα
—
πλειονότητα
—
νυχτέρεμα
—
ελικηδόν
—
ψαρεύω
—
ράϊχ
—
αναστηλωτικός
—
διαμοιράζομαι
—
εκσκωρίαση
—
έλμινς
—
γουνάδικο
—
ασπαλιεύς
—
επισπαστήρ
—
αιχμή
—
κυρτώνομαι
—
δρομώνας
—
γύρσιμο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω