🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ωαγωγικός
ωαγωγικός
анат. :
~η κύηση — трубная, внематочная беременность
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ωαγωγικός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
επακριβής
—
υπαστυνόμος
—
προσονομύζω
—
πετεηνά
—
βέρα
—
πολυφίλητος
—
χειροδικώ
—
δηλητήριο
—
εγκληματολόγος
—
διαχέομαι
—
βαμβακοκλώστης
—
λιθάγρα
—
τρύξ
—
πατιρντί
—
αθεράπευτος
—
ενασμενίζομαι
—
πικάντικος
—
συνεταιριστικοποίηση
—
οπισθοδρομώ
—
ζαλιγγώνομαι
—
σταδιακός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω