🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διεύρυνση
διεύρυνση
η
расширение
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
расширение
? —
διεύρυνση
как с
(ново)греческого
переводится слово
διεύρυνση
? — расширение
#
(ново)греческий словарь
—
νανοεπιστήμη
—
ραδιοεπαφή
—
φανερωτικός
—
ανατομικά
—
κριθή
—
πτωτικός
—
γυρεψούλης
—
κουτσοκεφαλιάζω
—
εγγομφώνω
—
απλόχερο
—
χωρητικός
—
κατακαλόκαιρο
—
Εσκιμώοι
—
αναχρονίζομαι
—
πρωτόπλαστοι
—
ιδιόκλιτος
—
αλαδιά
—
συστατικό
—
φλαμπουριάρης
—
συγκυβέρνηση
—
εξίσχιος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω