🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ασφαλιστικό
ασφαλιστικό
το
предохранитель
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
предохранитель
? —
ασφαλιστικό
как с
(ново)греческого
переводится слово
ασφαλιστικό
? — предохранитель
#
(ново)греческий словарь
—
εξασφαλιστικός
—
σύνταγμα
—
χυτοχάλυψ
—
κωλότρυπα
—
αρνόγαλο
—
φαραδισμός
—
ακόρδιστος
—
τρέλλα
—
χτυποκάρδι
—
παλάσκα
—
φιαλοδόχη
—
εύστροφος
—
φασκιά
—
οργανωτής
—
γιορτασμός
—
πνευμονογράφημα
—
καθετί
—
απαριθμητής
—
πνίξιμο
—
μητρορραγία
—
απαρέγκλιτα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω