🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ρεκόρ
ρεκόρ
το
рекорд
;
σημειώνω (или πετυχαίνω) ~ — достигать рекорда, ставить рекорд
;
σπάζω (или καταρρίπτω) ~ — побивать рекорд
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
рекорд
? —
ρεκόρ
как с
(ново)греческого
переводится слово
ρεκόρ
? — рекорд
#
(ново)греческий словарь
—
κοκκαλιάζω
—
χαιρετάω
—
σύμμειξη
—
χηνοειδής
—
αλευθέρωτος
—
δικάζω
—
βιβλιογνώστρια
—
μυστικά
—
γαλακτομέτρία
—
χρονομετρία
—
στιχοποιός
—
προμήτωρ
—
μικροφαράδιο
—
ξαναμώραμα
—
ερωμένος
—
αστερεοποίητος
—
χολολιθίαση
—
ωσάν
—
τραβιώμαι
—
απροπαρασκεύαστος
—
καλάθι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω