🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φριμαγμός
φριμαγμός
ο
фырканье
(лошади)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
фырканье
? —
φριμαγμός
как с
(ново)греческого
переводится слово
φριμαγμός
? — фырканье
#
(ново)греческий словарь
—
κακκαδιάζω
—
εγγονός
—
πετσωμός
—
καταγραφέας
—
καρδιόσχημος
—
ασφάλιστος
—
ουκρανικά
—
σούστα
—
επιβάλλον
—
μωλωπίζω
—
χρωματοπωλείο
—
απαντητικό
—
ξεχαρβάλωμα
—
δίφυλλος
—
δανικός
—
ψιλικατζίδικο
—
κτυποκάρδι
—
ακάπνιστος
—
θέρμη
—
χαρτόμουτρο
—
θαλασσόδαρτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω