🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γονίδι
γονίδι
το
молодой рой
(о пчёлах)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
молодой рой
? —
γονίδι
как с
(ново)греческого
переводится слово
γονίδι
? — молодой рой
#
(ново)греческий словарь
—
τριακόσια
—
κβάντουμ
—
μετακομίζω
—
απήδητος
—
ερανιστής
—
υδρολίπανση
—
διακονία
—
φαλμπαλάς
—
γέρος
—
κτηνιατρική
—
χεροκρατιέμαι
—
ακόμα
—
νιτρώνω
—
επαργορώνω
—
αεροπορικός
—
γερανογέφυρα
—
θέλημα
—
οζογαλή
—
ταγίνι
—
τσουλίτσα
—
κολλεκτιβοποίηση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω