🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
παραφέρω
παραφέρω
(αόρ. παρέφερα, παθ. αόρ. παρεφέρθην)
выводить из себя; выводить из терпения
;
μήν αφήνεις νά σέ ~ει ο θυμός σου — [phrase]сдержи свой гнев[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
выводить из себя
? —
παραφέρω
как на
(ново)греческом
будет слово
выводить из терпения
? —
παραφέρω
как с
(ново)греческого
переводится слово
παραφέρω
? — выводить из себя, выводить из терпения
#
(ново)греческий словарь
—
μακρομούτσουνος
—
γλειψιά
—
ποικιλόθερμος
—
ζωοβένθος
—
φθισιώ
—
παρέαση
—
φάραγγας
—
επίπλουν
—
μονάς
—
αργοπορημένος
—
λινομέταξος
—
λαχαίνω
—
μοχθηρότητα
—
αβαρέλιαστος
—
αμοιβαδοκτόνο
—
χρυσόχλωρος
—
παλινδρομικώς
—
περιέχομαι
—
πυροδότηση
—
κολόκουρο
—
υποδιαιρούμαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω