🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αποτράχυνση
αποτράχυνση
η
обострение, ухудшение
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
обострение
? —
αποτράχυνση
как на
(ново)греческом
будет слово
ухудшение
? —
αποτράχυνση
как с
(ново)греческого
переводится слово
αποτράχυνση
? — обострение, ухудшение
#
(ново)греческий словарь
—
τηλεφωνητής
—
αερόδαρτος
—
διακάτοχος
—
αδρότητα
—
μεμυημένος
—
αναθροφή
—
ψυχαρισμός
—
ανδροπρεπής
—
ξεκάρφωτος
—
εξωτισμός
—
πολύχρους
—
ποινή
—
γαλακτόκονις
—
ασχημονώ
—
στροφόμετρο
—
μαραφέτι
—
οψές
—
ατραξιόν
—
αναδασώνω
—
κερματοδέκτης
—
χαρίεσσα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω