🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κηρόχρόυς
κηρόχρόυς
восковой
(о цвете)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
восковой
? —
κηρόχρόυς
как с
(ново)греческого
переводится слово
κηρόχρόυς
? — восковой
#
(ново)греческий словарь
—
καταπονάω
—
μονοπλάνο
—
παλιοσέντονο
—
φιλοζωία
—
θεσμοδοτώ
—
Βετελγόζης
—
βούι
—
μπεγλεράω
—
προσιδιάζω
—
παραγίνωμα
—
αραθυμιά
—
εμπαισμα
—
ακάμπιαστος
—
ανυποταξία
—
γλυκοσβήνω
—
ψυχραίμως
—
μουσουλμανικός
—
ακολάκευτος
—
πηλοπατίς
—
τεχνητό
—
χιλιετία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω