🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φλέμα
φλέμα
το 1)
мокрота
;
2)
плевок
;
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мокрота
? —
φλέμα
как на
(ново)греческом
будет слово
плевок
? —
φλέμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
φλέμα
? — мокрота, плевок
#
(ново)греческий словарь
—
συντάσσω
—
βαμβακέμπορος
—
εσωτερικότητα
—
ανώτερος
—
μυδοπίλαφο
—
αντιπροσαγορεύω
—
μαϊμουδισμός
—
ξενόγλωσσος
—
χωροταξικά
—
μωροσοφία
—
βιογεωγραφία
—
δεισιδαίμων
—
μερακλίδικος
—
αρχαιότητα
—
επιδειξιμανία
—
αποβιομηχάνιση
—
αυτογνωμοσύνη
—
αποκοίμηση
—
ταμπλό
—
παραπλήσιος
—
μοσχοβολώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω