🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λαγιδεύς
λαγιδεύς
(-έως) ο 1)
зайчонок
;
2) бот.
цикламен
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
зайчонок
? —
λαγιδεύς
как на
(ново)греческом
будет слово
цикламен
? —
λαγιδεύς
как с
(ново)греческого
переводится слово
λαγιδεύς
? — зайчонок, цикламен
#
(ново)греческий словарь
—
στραβοκυττάζω
—
παράγωγος
—
χουζουρλής
—
αντιρροή
—
αξέσχιστος
—
ξεραίνω
—
μυγοχάφτισσα
—
αποφόρι
—
αντιπολεμώ
—
επτάχορδος
—
ασυστόλως
—
μεγαλοποίηση
—
ηλιομετρία
—
ανεμολόγι
—
ιατρός
—
γηράσκω
—
ελληνότροπος
—
καπνοσύριγξ
—
τζίφος
—
πηγαίος
—
αμυδρότητα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω