🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γερόκοττα
γερόκοττα
η
старая курица
(тж. о женщине);
αξίζει μιά ~ γιά δέκα πουλακίδες — погов. [phrase]старая курица десяти молодых стоит[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
старая курица
? —
γερόκοττα
как с
(ново)греческого
переводится слово
γερόκοττα
? — старая курица
#
(ново)греческий словарь
—
μισθαρνώ
—
γαργιάρισσα
—
τιμούμαι
—
οισοφάγος
—
αβλέπτημα
—
κοντόχοντρος
—
λείπω
—
οπλοποιείο
—
αναχάραξη
—
αλλοτριοφάγος
—
χαίτη
—
υπεξαιρώ
—
καρδιομεγαλία
—
μαστοπάθεια
—
ωμιαίος
—
μόνιμος
—
αρνομάνα
—
πλοηγεσία
—
κλωστοποίηση
—
εισάγω
—
άλμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω