🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ξερογλείφω
ξερογλείφω
прям., перен.
облизываться
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
облизываться
? —
ξερογλείφω
как с
(ново)греческого
переводится слово
ξερογλείφω
? — облизываться
#
(ново)греческий словарь
—
συμποσιάρχης
—
μοβόρικος
—
μπορεσάμενος
—
ενοίκησις
—
δελφίν
—
εισηγησάμην
—
νειρεύομαι
—
τουρτούρισμα
—
μαρνέρος
—
αναδιοργάνωτος
—
προξενώ
—
ξεπέταγμα
—
ρευμοταλγία
—
εξηγώ
—
σκληροσύνη
—
ενσπόνδυλος
—
ξεβλάσταρο
—
προτρέπω
—
παρετυμολογικός
—
ηλεκτροθεραπεία
—
νυκτοβατώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω