🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φιλοπάτωρ
φιλοπάτωρ
(-ορός) ο уст.
тот(__,__) кто любит своего отца
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
тот, кто любит своего отца
? —
φιλοπάτωρ
как с
(ново)греческого
переводится слово
φιλοπάτωρ
? — тот, кто любит своего отца
#
(ново)греческий словарь
—
αετόπουλο
—
αμετρολογία
—
καταλληλότητα
—
αλατερό
—
καθορισμός
—
κουνελοτροφείο
—
χρησμοδότις
—
προοδευτικός
—
συγχρόνως
—
καταδιωκτέος
—
ξυλόπορτα
—
αρραβωνιαστικιά
—
τελευταία
—
ερωτάρικος
—
εντερονίδα
—
ξεκλώσσημα
—
εφάπλωμα
—
σπίνος
—
αγγαρεύω
—
οινοπνευματοποιός
—
μεθερμήνευση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω