🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μεγαλοβιομήχανος
μεγαλοβιομήχαν|ος
ο
крупный промышлеюшк
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
крупный промышлеюшк
? —
μεγαλοβιομήχανος
как с
(ново)греческого
переводится слово
μεγαλοβιομήχανος
? — крупный промышлеюшк
#
(ново)греческий словарь
—
φθογγογραφικός
—
εβραΐζω
—
υμέτερος
—
μαντατοφόρα
—
δίπλατος
—
αρχικηπουρός
—
κυριούλης
—
μαλάκυνση
—
ψαροταβέρνα
—
γλυφανίζω
—
λοιδορώ
—
κρεβατοκάμαρη
—
αυτοσυστήνομαι
—
μοτόν
—
δίκιο
—
υποβρύχιος
—
τυφλόμυιγα
—
ήλεκτρο
—
μηλοβολάω
—
κράνο
—
υποσείω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω