🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αρτεργατικός
αρτεργατικός
относящийся к рабочим пекарни
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
относящийся к рабочим пекарни
? —
αρτεργατικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
αρτεργατικός
? — относящийся к рабочим пекарни
#
(ново)греческий словарь
—
εξηκριβωμένος
—
πιστάκιον
—
σλεπιτζής
—
ανατροφοδοτώ
—
καλότυχος
—
φορτηγίδα
—
απότις
—
σοβατεπί
—
παγωτατζίδικο
—
ανυποψίαστος
—
ανάγρσμμα
—
αδιατρύπητος
—
κράνος
—
διαξιφισμός
—
ασκηταριό
—
χάφτας
—
ασπρογαλιάζω
—
απρόσωπα
—
αλιτήριος
—
ονομαστί
—
ζευλόσκοινο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω