🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διαστυλώνω
διαστυλώνω
подпирать столбом
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
подпирать столбом
? —
διαστυλώνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
διαστυλώνω
? — подпирать столбом
#
(ново)греческий словарь
—
κατάξερος
—
καλλικέλαδος
—
ρεμάλι
—
άσπρος
—
βιογραφνκός
—
παρακάτω
—
αυτοκτονία
—
επιστάτης
—
έφοδος
—
ανδριάς
—
αθλοπαιδιά
—
ενταυτώ
—
αχλάδι
—
χαμοθεός
—
ηλιόχαρος
—
προαιμορροϊκός
—
ραμφίζω
—
αέναος
—
ανίσως
—
εκμυστήρευση
—
αστρολογώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω