🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σπηλαιόβιος
σπηλαιόβι|ος
обитающий в пещере
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
обитающий в пещере
? —
σπηλαιόβιος
как с
(ново)греческого
переводится слово
σπηλαιόβιος
? — обитающий в пещере
#
(ново)греческий словарь
—
παρασχίς
—
στερεογραφικός
—
εμπυηματικός
—
τεντωτός
—
πιλοτάρω
—
εξακρίβωση
—
υγρογράφος
—
συνδιάλεξη
—
δίαρμα
—
αδιαθετώ
—
ψάξιμο
—
ψυχοπονάω
—
πτυσμός
—
κωλογαμημένος
—
βιβλιαγορά
—
διασκεδάστρια
—
υδατομιγής
—
ψωρίλος
—
αναθιβάλλω
—
παρείσφρηση
—
τρίωρος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω