🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κοσμηματοπώλης
κοσμηματοπώλης
ο
ювелир
(продавец)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ювелир
? —
κοσμηματοπώλης
как с
(ново)греческого
переводится слово
κοσμηματοπώλης
? — ювелир
#
(ново)греческий словарь
—
απλοϊκότητα
—
μαρκάλισμα
—
χεράκι
—
αμμοδιυλιστήριο
—
πατσιά
—
χιουμοριστικά
—
ζωγρσφιστός
—
ελαιοδάκρυον
—
επιγίγνομοι
—
πατροκτόνος
—
μεμψιμοιρία
—
εξουδετερώνω
—
αρνόκουρα
—
πετσετένιος
—
σκόπελος
—
θιασώτης
—
κοντομύτης
—
δυόσμος
—
ρωσόφωνος
—
μακροχρόνιος
—
επιχείρηση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω