🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κουφιοκάρυδο
κουφιοκάρυδο
το 1)
пустой орех
;
2)
пустяковая вещь
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пустой орех
? —
κουφιοκάρυδο
как на
(ново)греческом
будет слово
пустяковая вещь
? —
κουφιοκάρυδο
как с
(ново)греческого
переводится слово
κουφιοκάρυδο
? — пустой орех, пустяковая вещь
#
(ново)греческий словарь
—
τάσσομαι
—
νιφτήρα
—
λαμπρεύω
—
κατανόηση
—
απομακρύνω
—
ξεκαπάκωτος
—
αποκολλάω
—
ζουλάω
—
λησμονημένος
—
επιστήριξη
—
ορμίζομαι
—
αναπέφτω
—
πολιτικολογώ
—
ετυμηγορία
—
ανέλιξη
—
επιλήψιμος
—
διαδρομεύς
—
τεκνοποιία
—
δυναμωτικό
—
δεκατιστής
—
πινελλάρισμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω