🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κλανιάρης
κλανιάρης
1)
испускающий газы
;
2)
трусливый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
испускающий газы
? —
κλανιάρης
как на
(ново)греческом
будет слово
трусливый
? —
κλανιάρης
как с
(ново)греческого
переводится слово
κλανιάρης
? — испускающий газы, трусливый
#
(ново)греческий словарь
—
ενισχυτικός
—
παντόφλας
—
ξενοικιάζομαι
—
εγκωμιογράφος
—
διολίσθηση
—
βέρτζιλος
—
σκηνοθέτις
—
δαφνέλαιο
—
τρομοκρατικός
—
αποθηλασμός
—
υπερτείνω
—
προοιωνίζομαι
—
σταφνίζω
—
κηρύκειο
—
στροφίς
—
γαλακτοκομικός
—
αποχτηνώνω
—
αναληπτικός
—
αντισπαθισμός
—
περισποόδαστος
—
εκμαρτύριο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω