🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πικεδένιος
πικεδένι|ος
пикейный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пикейный
? —
πικεδένιος
как с
(ново)греческого
переводится слово
πικεδένιος
? — пикейный
#
(ново)греческий словарь
—
βρομισμένος
—
αδιάβροχος
—
απρόφθαστος
—
τρίπραχτος
—
μορφοποιούμαι
—
σερέτης
—
διασαφήνιση
—
κελάϊδισμα
—
τσιγγούνικος
—
πεζούρα
—
αδιάσχιστος
—
αμόργη
—
άδυτος
—
βουτυροποιός
—
ποιμαντορικός
—
αλληλοεξοντώνομαι
—
βαλεριάνα
—
πλημμυρισμένος
—
στροφίς
—
πελαγίσιος
—
διαισθάνομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω