🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
απανθράκωση
απανθράκωση
η
обугливание
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
обугливание
? —
απανθράκωση
как с
(ново)греческого
переводится слово
απανθράκωση
? — обугливание
#
(ново)греческий словарь
—
κοντροπλακέ
—
τοξικομανία
—
οικοδεσπότης
—
σπηλαιώδης
—
εθνάριον
—
δεκαπενθήμερος
—
υποκάτω
—
ωκύπους
—
καυχώμαι
—
χολοστεατικός
—
αποκομέννος
—
παραμορφώνω
—
προστυχών
—
δοχειάρης
—
ρεφενίζοντας
—
κονιδιάζω
—
διαπόμπευση
—
επεξετάθην
—
σκατοφάγος
—
αλλοεθνία
—
αναλογούν
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω