🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ιχθυέλαιο
ιχθυέλαιο
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ιχθυέλαιο
? —
#
(ново)греческий словарь
—
εντύλιγμα
—
πλαστότητα
—
συνεπής
—
σκορδοκαΐλα
—
αποσπερίζω
—
επιθυμητός
—
ελεύθερος
—
θεατρίζω
—
ποταμός
—
πλαγκτό
—
ιερατείο
—
σωματεμπορία
—
Ξ
—
φουσκί
—
πωρώνω
—
αυτοθυσιάζομαι
—
σταθμά
—
βομβαρδιστικό
—
κάνναβις
—
δυσεντερία
—
δυσαρθρία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω