🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ωδίνω
ωδίνω
:
ώδινεν όρος καί ετεκεν μόν! — [phrase]гора родила мышь[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ωδίνω
? —
#
(ново)греческий словарь
—
δήμαρχος
—
ευφημιστής
—
δυσδιοίκητος
—
ξελαίμιασμα
—
κάμηλος
—
αναδρομικός
—
κατουράω
—
κατειργασμένος
—
ακόρδο
—
γραμματοσημέμπορος
—
αλλοτριωτικά
—
χρυσοφοράω
—
ελευθεριακός
—
κλάπα
—
γυρεύτρα
—
γραφίτης
—
μαλάρια
—
σιάζω
—
τεϊοπότης
—
ξυλόγλυπτης
—
γούσα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω