🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αλιόφως
αλιόφως
(-ωτος) τό
фонарь для подсвета
(при ловле рыбы)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
фонарь для подсвета
? —
αλιόφως
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλιόφως
? — фонарь для подсвета
#
(ново)греческий словарь
—
πολτός
—
κατάστερος
—
σφακελισμός
—
εμμηνοόπαυση
—
ανανταπόδοτος
—
αυτοραθιογραφία
—
αποθηριώνω
—
επεισόδιο
—
εξεύρον
—
αξίνη
—
αλεπτολόγητος
—
στενοχωριούμαι
—
αράχνιασμα
—
μελοποιός
—
ακινησία
—
αγαλματουργία
—
ξεφανερώνω
—
κανακεύω
—
ετοιμάζομαι
—
χαρτικά
—
δαφνόκοκκος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω