🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τσεκουράτος
τσεκουράτ|ος
грубый, резкий
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
грубый
? —
τσεκουράτος
как на
(ново)греческом
будет слово
резкий
? —
τσεκουράτος
как с
(ново)греческого
переводится слово
τσεκουράτος
? — грубый, резкий
#
(ново)греческий словарь
—
στεριανός
—
γριππώδης
—
φοδράρω
—
ολιγοψυχία
—
ψυχωμένος
—
ιδανικότητα
—
εμπερίστατος
—
οριστικά
—
αναπηνιστής
—
αλευροπολτός
—
κακορίζικος
—
αποκοχλιώνω
—
άλλοτε
—
αλίπαστος
—
δίτονος
—
στασίαρχος
—
αμάν!
—
αναπληρώσιμος
—
ανοσοποιώ
—
ξωτάρισσα
—
θρήσκος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω