🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σταυροκοπιούμαι
σταυροκοπιούμαι
1)
креститься
;
2)
божиться
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
креститься
? —
σταυροκοπιούμαι
как на
(ново)греческом
будет слово
божиться
? —
σταυροκοπιούμαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
σταυροκοπιούμαι
? — креститься, божиться
#
(ново)греческий словарь
—
σήπομαι
—
διερώτησις
—
ταξάκι
—
σβένω
—
πιθανότητα
—
άτριχος
—
παιγνιδιάρης
—
αλάνισσα
—
απόσκοτος
—
ανακριβολογώ
—
ουτιδανός
—
ενυπνιάζομαι
—
Παρασκευή
—
Μογγόλος
—
άλασπος
—
μικτός
—
φαλτσέττα
—
άγρωστιδα
—
φαλτσέτα
—
παλάντζα
—
φιαλοδόχος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω