🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
χιονοθλασία
χιονοθλασία
η (спец.)
снеголом
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
снеголом
? —
χιονοθλασία
как с
(ново)греческого
переводится слово
χιονοθλασία
? — снеголом
#
(ново)греческий словарь
—
ασβεστώδης
—
διαστολέας
—
ορεξάτος
—
εμπυρευμάτιση
—
ουρανοκατέβατος
—
νεόπλουτος
—
δυσμαί
—
ξινισμένος
—
σατανισμός
—
αμάρτημα
—
Ε
—
ατλάζι
—
διαφέντευμα
—
ραδιοναυτιλιακός
—
αντιεμετικός
—
ρευματισμός
—
δήγμα
—
μαναβική
—
χηνίσιος
—
άξεστα
—
γκαϊδίζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω