🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εγγλεζόπουλο
εγγλεζόπουλο
το
английский мальчик
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
английский мальчик
? —
εγγλεζόπουλο
как с
(ново)греческого
переводится слово
εγγλεζόπουλο
? — английский мальчик
#
(ново)греческий словарь
—
μεταλλειολόγος
—
προαύλιο
—
ψυχογραφία
—
αγγελοσκιάζω
—
συναλλαγματοβόρος
—
φιλονεικώ
—
απερίσκεπτος
—
ηχογράφηση
—
διοπτικός
—
δρυμοβάτης
—
στυλίστας
—
συναισθητικός
—
χρηματοδοτικός
—
καναδέζικος
—
θερμόαιμος
—
ζήτω
—
γυναικοπρεπής
—
διαύγασμα
—
ξυλίτης
—
ενδοξότητα
—
αυτοθελής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω