🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
παλιγγενεσία
παλιγγενεσία
η
возрождение
;
εθνική ( — или. ελληνική) ~ освобождение Греции (от турецкого ига)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
возрождение
? —
παλιγγενεσία
как с
(ново)греческого
переводится слово
παλιγγενεσία
? — возрождение
#
(ново)греческий словарь
—
φλόξ
—
απριόρι
—
αποκαρδιώνω
—
ορθολογικός
—
δραγατσά
—
αποτυχεμένος
—
νισεστές
—
φούντι
—
διαχειριστής
—
πιάνομαι
—
μονόξυλος
—
άπτερος
—
δαντελλάς
—
καλομιλώ
—
μετείκασμα
—
πήγμα
—
τεφρό-
—
κλεψίμι
—
αναζωογονητικός
—
βλησίδι
—
πετάλιο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω