🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τουρκόπιασμα
τουρκόπιασμα
το бран.
турецкое племя, семя
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
турецкое племя
? —
τουρκόπιασμα
как на
(ново)греческом
будет слово
семя
? —
τουρκόπιασμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
τουρκόπιασμα
? — турецкое племя, семя
#
(ново)греческий словарь
—
αρριβιστής
—
ηδυνήθην
—
γελέκο
—
παραλλάζω
—
αψυχιά
—
απόρημα
—
μπανιαρισμένος
—
γούβι
—
πασσαλώνω
—
πατέντα
—
σπαθόσεγα
—
εύσειστος
—
ταγή
—
ξαρμάτωτος
—
στανταρτοποιώ
—
λουλουδάκι
—
κατακάθι
—
ξεπερασμένος
—
βερέμης
—
εκτράχυνση
—
ζερβίλα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω