🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μπομπαρδίζω
μπομπαρδίζω
бомбардировать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
бомбардировать
? —
μπομπαρδίζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
μπομπαρδίζω
? — бомбардировать
#
(ново)греческий словарь
—
προστατευτισμός
—
καλόβουλος
—
καφουρόλαδο
—
καταδύτης
—
περιπαικτικώς
—
πρυμνήσια
—
αδιάλεχτος
—
μαόνι
—
οικοδόμος
—
σφυρίδα
—
ρέκορντμαν
—
σμιλάρι
—
διπλάρι
—
μελομακάρονο
—
ανάβρυσμα
—
αμυντήριος
—
ξανθομαλλούσα
—
ελεφαντένιος
—
άκαρδος
—
πισώκωλα
—
αλμανάχ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω