🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καταξεραίνω
καταξεραίνω
(αόρ. καταξέρανα, παθ. αόρ. καταξεράθηκα) 1.
высушивать
;
2.
совершенно высыхать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
высушивать
? —
καταξεραίνω
как на
(ново)греческом
будет слово
совершенно высыхать
? —
καταξεραίνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
καταξεραίνω
? — высушивать, совершенно высыхать
#
(ново)греческий словарь
—
στριφογύρισμα
—
εκβολάς
—
συμφόρηση
—
σταλαξιά
—
παξιμάδι
—
ενδιαίτησις
—
αχρονολόγητος
—
καταδρομή
—
υπερπήδηση
—
διανοητής
—
κλασσέρ
—
ψαμμόλιθος
—
Θάνατος
—
εξουσιοδότηση
—
καταδεικνύομαι
—
μπουκαπόρτα
—
δερματίτιδα
—
ρόπτρον
—
βυζαρού
—
θεραπεύτρια
—
παλληκαρισμός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω