🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βοηθημένος
βοηθημένος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
βοηθημένος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
προθεσμία
—
καταπακτή
—
συνταγογράφηση
—
γλεντάω
—
διαγογγυσμός
—
γνέσιμο
—
ψιμυθίωση
—
σκεπασμένος
—
μιμόζα
—
διακεντώ
—
ευμάρεια
—
υπόμαυρος
—
αιλουροειδή
—
παπαγαλίστικα
—
καρμπονάρα
—
γουδί
—
διαμοιράζω
—
παρενθετικός
—
απόστραβος
—
ψιλοβρόχι
—
καπρί
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω