🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
επινοητής
επινοητ|ής
ο 1)
изобретатель
;
2)
выдумщик
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
изобретатель
? —
επινοητής
как на
(ново)греческом
будет слово
выдумщик
? —
επινοητής
как с
(ново)греческого
переводится слово
επινοητής
? — изобретатель, выдумщик
#
(ново)греческий словарь
—
ριζοσπαστικότητα
—
πήγμα
—
φιστίκι
—
τάβανος
—
επιστήθιο
—
συχλιαίνω
—
κουσκουσουρεύω
—
σκούδον
—
εσχαρώνομαι
—
ερυμα
—
πατατούλα
—
γογγώ
—
επταμηνίτης
—
προσνεύω
—
κονιορτοποιώ
—
ποταπός
—
αποσκευάζω
—
λειτουργικός
—
πεθαμένος
—
σελώνω
—
τρυπώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω