🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εμβαίνω
εμβαίνω
(αόρ. ενέβην)
входить, вступать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
входить
? —
εμβαίνω
как на
(ново)греческом
будет слово
вступать
? —
εμβαίνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
εμβαίνω
? — входить, вступать
#
(ново)греческий словарь
—
φωσφατίδια
—
ασπρόρρουχο
—
στοίχος
—
φρυδού
—
πέστροφα
—
εξαγιάζω
—
γλύκασμα
—
βροχόνερο
—
απόπιομα
—
ξεχωριστός
—
γοήτευμα
—
νοσηρός
—
όσπριο
—
ακουστικό
—
βλησίδι
—
αργεντίνικος
—
Δεύτερονόμιον
—
ανθοστόλισμα
—
ηλιόχαρος
—
αινιγματικότητα
—
ερυθροκύτωση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω