🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τσιλημπουρδίζω
τσιλημπουρδίζω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
τσιλημπουρδίζω
? —
#
(ново)греческий словарь
—
εφτάστερος
—
προμελετημένος
—
υδροποτώ
—
στρατιωτικός
—
παστό
—
μεράκλωμα
—
ακρόαμα
—
διατίθεμαι
—
μακρολογώ
—
αναντάλλακτος
—
αντιπροσώπευσις
—
πολυμέλεια
—
ουρολογικός
—
επιφυλακτικός
—
λυπημένος
—
ταχύρυθμος
—
φτωχομαχαλάς
—
υδάτωση
—
λαοσύναξη
—
παντοδυναμία
—
κατασχετήριον
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω