🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
στιβάρι
στιβάρι
το
плужное дышло
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
плужное дышло
? —
στιβάρι
как с
(ново)греческого
переводится слово
στιβάρι
? — плужное дышло
#
(ново)греческий словарь
—
δωσιλογισμός
—
ορογραφία
—
ακτύπητος
—
συνθλίβω
—
επίλεκτος
—
απάβγουλο
—
εικονισμός
—
οκταγωνικός
—
χωριάτικος
—
ασπρογέννης
—
μαστιχόρρακο
—
αποδεικνύομαι
—
άγγελίνα
—
ερήμην
—
ακαυστος
—
επηγκενίς
—
θάφτω
—
στασίαρχος
—
αιμοφορία
—
φεγγαρόλουστος
—
αβυσσοβενθικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω