🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ξυλοκάρφι
ξυλοκάρφι
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ξυλοκάρφι
? —
#
(ново)греческий словарь
—
πόστο
—
νευριάζω
—
σχολαστικίζω
—
υδρογονάνθραξ
—
καψούλι
—
γυμνοπόδαρος
—
βολετός
—
γαλακτώδης
—
χαμοκέλλα
—
αγαθοπιστία
—
επιθεωρησιογράφος
—
παρασημοφορημένος
—
τσεκάρω
—
προδότης
—
μυστικιστικός
—
αναμφίβολος
—
μελίτωση
—
δεκαέξ
—
παλινδρομικά
—
λουστραρίζω
—
διαχυτικότητα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω