🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αντίκρημνος
αντίκρημν|ος
ο воен.
контрэскарп
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
контрэскарп
? —
αντίκρημνος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αντίκρημνος
? — контрэскарп
#
(ново)греческий словарь
—
κουλουριαστός
—
καμπανούλα
—
λώβα
—
παράσειο
—
αντίτυπο
—
Ξανθίππη
—
ζενιθιακός
—
μονόσπιτο
—
αβίαστος
—
ποδοκλωτσώ
—
φαρόπλοιο
—
αναστατώνομαι
—
στομφώδης
—
σάττω
—
μαχαιροθήκη
—
λειβάδι
—
αδενίτις
—
γαρουφαλλιά
—
ψευδομαρτυρία
—
νυχτοπαρωρίτρα
—
γεροντόπαχα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω