🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ουροδόχος
ουροδόχ|ος
содержащий мочу
;
~ κύστις — мочевой пузырь
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
содержащий мочу
? —
ουροδόχος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ουροδόχος
? — содержащий мочу
#
(ново)греческий словарь
—
διερώτησις
—
πού
—
φυσική
—
κάτοψη
—
βαφή
—
περίσσιος
—
χονδρομέταξα
—
ψευδοπάτωμα
—
κατηγορούμενο
—
παραγκωνίζω
—
δίσημος
—
προγεύομαι
—
επίσκεψη
—
απανωβάλτης
—
αγκαστριά
—
φραγμένος
—
κονιορτοβριθής
—
καπηλεύομαι
—
ενσταύλιση
—
αναδεχτούρι
—
εφοδιοφόρος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω