🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αγέννηγος
αγέννηγ|ος
1)
нерождённый; неродившийся
;
2) :
~η — нерожавшая; неродившая
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
нерождённый
? —
αγέννηγος
как на
(ново)греческом
будет слово
неродившийся
? —
αγέννηγος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αγέννηγος
? — нерождённый, неродившийся
#
(ново)греческий словарь
—
προτίμηση
—
θηριομορφία
—
παρωτίδα
—
συμφυρμός
—
πουριτανισμός
—
μασάω
—
συβάζομαι
—
γελαστής
—
αδιχοτόμητος
—
λιμάρης
—
σύμπλεξη
—
απρόδοτος
—
ταβερνόβιος
—
ταρτάρειος
—
δίχειρος
—
μεταλλοξείδιο
—
τάς-κεμπάπ
—
σελαμλίκι
—
εμπύρευμα
—
καμάρι
—
γέλασμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω