🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ελληνολάτρις
ελληνολάτρις
(-ιδος) η
эллинофилка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
эллинофилка
? —
ελληνολάτρις
как с
(ново)греческого
переводится слово
ελληνολάτρις
? — эллинофилка
#
(ново)греческий словарь
—
εξοχή
—
ταγμένος
—
φτωχοποίηση
—
εφτάωρος
—
εξαγωγέας
—
δυστοπία
—
μάκενα
—
γυφτοκάλυβο
—
τσίριγμα
—
κάτου
—
φύλαρχος
—
καλντερίμι
—
τόσο
—
μούχλα
—
μάρτυρας
—
συνωμοτικώς
—
φτυσιά
—
καζαντίζω
—
ανιμιστικός
—
περσικά
—
καολίνης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω