🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κοσμογόνος
κοσμογόν|ος
творящий мир
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
творящий мир
? —
κοσμογόνος
как с
(ново)греческого
переводится слово
κοσμογόνος
? — творящий мир
#
(ново)греческий словарь
—
αστειολόγος
—
χυδαιολόγος
—
εμφυής
—
παγγένεση
—
εισερχόμενα
—
εξασθένωση
—
ενδοσπλάγχνιος
—
αμαλγαματικός
—
αποπίσο
—
απροσγείωτος
—
παραφύλαξη
—
πολυανθρωπία
—
λίαν
—
ρείκι
—
γλωσσοκοπία
—
χλωροφόρμηση
—
δαμαλιστής
—
περίδρομος
—
καλοφαγού
—
αντιδάκτυλος
—
στεφάνη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω